| |
Οικοανάπτυξη
Νοτιοανατολικής Πελοποννήσου
Τίτλος
|
Οικοανάπτυξη
Νοτιοανατολικής Πελοποννήσου |
Φορέας
Ανάθεσης |
Περιφέρεια
Πελοποννήσου |
Φορέας
Εκτέλεσης |
Αναπτυξιακή
Εταιρία ΠΑΡΝΩΝΑ Α.Ε. |
Μελετητής
|
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Αγγελική |
Ημερομηνία
Έκδοσης |
1/11/2002
|
Σελίδες
|
201
|
Περίληψη μελέτης
Συνοψίζοντας στα αποτελέσματα
της SWOT ανάλυσης, όπως αυτή περιγράφηκε στο Κεφάλαιο 5 της αρχικής
μελέτης του τοπικού προγράμματος, διαπιστώνεται ότι, οι αδυναμίες
στην περιοχή παρέμβασης, εντοπίζονται γενικά, στο χαμηλό ποσοστό
αξιοποίησης, ανάδειξης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των συγκριτικών
πλεονεκτημάτων που φέρει η περιοχή, δύναται με τον κατάλληλο σχεδιασμό
που βασίζεται στη φέρουσα ικανότητα των πόρων της να στοχεύσει στην
αειφορία.
Το οικονομικό μοντέλο που εφαρμόζεται στην ευρύτερη περιοχή, είτε
ως εφαρμογή του γενικότερου αναπτυξιακού προτύπου που εφαρμόζεται
σε εθνικό επίπεδο, είτε ως απουσία σχεδιασμού στη βάση ενός μακροχρόνιου
προγράμματος τοπικής ανάπτυξης, έχει αποτύχει, διότι η περιοχή παρουσιάζει
στο σύνολο σχεδόν των δεικτών οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης,
αρνητικούς δείκτες.
Το ζητούμενο είναι η αναθεώρηση του παραπάνω μοντέλου και η υιοθέτηση
ενός νέου προτύπου οικονομικής ανάπτυξης, που να αξιοποιεί τα συγκριτικά
πλεονεκτήματα της περιοχής, εντάσσοντάς την, στα Διεθνή και Ευρωπαϊκά
Πάρκα Προστατευόμενων Περιοχών με επίκεντρο που εστιάζεται στο φυσικό
και ανθρωπογενές περιβάλλον.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία έχει να επιδείξει αξιόλογα παραδείγματα επιτυχημένων
μοντέλων Εθνικών Πάρκων, απάντηση στα αναπτυξιακά προβλήματα ευρύτερων
χωρικών ενοτήτων στις ορεινές περιοχές (π.χ. Abruzzo, Ιταλία).
Η συνάρθρωση των πολιτικών προστασίας του περιβάλλοντος και του
μοντέλου της ήπιας οικονομικής ανάπτυξης ως ολοκληρωμένη πολιτική
εμπίπτει στους στόχους και τη φιλοσοφία της LEADER plus. Το μοντέλο
αυτό δεν είναι άλλο από την «Οικοανάπτυξη», όπως αυτή ορίζεται στο
Ν. 1650/86, και κυρίως όπως έχει προκύψει, ως κοινωνική ιδεολογική
και πολιτική σχολή σκέψης.
Ολόκληρο το κομμάτι της Νοτιοανατολικής Πελοποννήσου, το οποίο αποτελεί
και την προτεινόμενη περιοχή παρέμβασης, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί
ως μια ενιαία περιοχή έντονης αναπτυξιακής υστέρησης με πλήθος όμως
αναξιοποίητων φυσικών και πολιτιστικών πόρων.
Η περιοχή μπορεί να διαιρεθεί στο Β. Τμήμα, το σημερινό Αρκαδικό
κομμάτι της πρώην επαρχίας Κυνουρίας και στο Ν. Μέρος το Λακωνικό,
των πρώην επαρχιών Επιδαύρου Λιμηράς, και Λακεδαίμονος, τα οποία
διατηρούν την ίδια γεωμορφολογική εικόνα. Η ύπαρξη ενός πλέγματος
χαρακτηριστικών οικισμών, από την περίοδο του 190υ αιώνα, όπως το
Άστρος, η περιοχή του Πραστού, οι Μολάοι, οι ορεινοί οικισμοί των
Δ.Οινούντος και Ζάρακα, η μεσαιωνική Μονεμβασιά, ο Μυστράς, τα Βάτικα,
η Νεάπολη ενισχύουν την διαπίστωση αυτή. Εξ' άλλου, όπως περιγράφει
στην περιήγηση του ο Παυσανίας στον τόμο «Λακωνικά», στην αρχαιότητα
υπήρχαν αμαξηλάτοι δρόμοι που συνέδεαν το Άργος με την Σπάρτη και
μαρτυρούν αρχαιολογικοί χώροι, όπως ο F.D.Wit (1641) χαρτογράφησε
την περιοχή ως ενιαία διοικητική και γεωγραφική ενότητα (LACONIA).
Παρουσιάζει τις χαρακτηριστικές αδυναμίες των ορεινών και μειονεκτικών
περιοχών, όπως θα φανεί και από την ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης,
οι οποίες οφείλονται στα εγγενή γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά της
(ορεινότητα εδάφους, απόσταση από αστικά κέντρα και αγορές κ.α)
και στα διαρθρωτικά προβλήματα της τοπικής οικονομίας (γήρανση πληθυσμού
ασχολούμενου στον πρωτογενή τομέα, δημογραφικό πρόβλημα, ελλείψεις
στις υποδομές μεταποίησης και τυποποίησης πρωτογενούς παραγωγής
κ.α).
Το σημαντικότερο όμως ίσως πρόβλημα είναι η μη επαρκής αξιοποίηση
του σπουδαιότερου πλεονεκτήματος της, δηλαδή της πληθώρας φυσικών,
αρχαιολογικών, ιστορικών, αρχιτεκτονικών και πολιτιστικών πόρων,
οι οποίοι έχουν περιέλθει στην αφάνεια. Εξαίρεση αποτελούν οι περιοχές
της Μονεμβασιάς και του Μιστρά, οι οποίες όμως έχοντας περιορισμένα
περιθώρια αύξησης του αριθμού και της κίνησης των επισκεπτών τουριστών
θα πρέπει να λειτουργήσουν σαν κέντρα διάδοσης και εξάπλωσης της
πολιτιστικής κληρονομιάς της γύρω περιοχής και διοχέτευσης της τουριστικής
κίνησης προς τις υπόλοιπες «απομονωμένες» ιστορικές και πολιτιστικές
περιοχές του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου.
Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια αξιολόγησης και επιλογής των τοπικών
προγραμμάτων που τέθηκαν μέσα από το Σχέδιο της κ.π Leader Plus,
η περιοχή εφαρμογής εμφανίζει τα ελάχιστα κριτήρια ως προς τη δυνατότητα
ένταξής της, ήτοι παρουσιάζει έντονο αγροτικό χαρακτήρα (χαμηλή
πληθυσμιακή πυκνότητα και μεγάλο ποσοστό απασχόλησης στον πρωτογενή
τομέα ), περιορισμένη έκταση που αναφέρεται στο νοτιοανατολικό τμήμα
της Περιφέρειας Πελοποννήσου (περίπου το 1/4 αυτής), ομοιογενές
σύνολο από φυσικό οικονομική - κοινωνική άποψη και επαρκή πληθυσμιακή
μάζα που ανέρχεται σε 64.244 άτομα (απογραφή 2001).
Η επιλογή της περιοχής εφαρμογής στηρίχθηκε ουσιαστικά στη δυνατότητα
που έχει μέσω της ανάδειξης του φυσικού και ανθρωπογενούς της περιβάλλοντος
να αξιοποιήσει τους υφιστάμενους πόρους, με σκοπό την κοινωνικό
- οικονομική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με την προστασία και διατήρηση
των φυσικών της πόρων. Η ύπαρξη φυσικών οικοσυστημάτων αναμφισβήτητης
αισθητικής και παραγωγικής αξίας, καθώς και μνημείων ιστορικής και
πολιτιστικής κληρονομιάς συνθέτουν ένα τοπίο με μεγάλες δυνατότητες
οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, το οποίο μέσω ενός σύγχρονου
μοντέλου ήπιας ανάπτυξης με κέντρο την προστασία και ανάδειξη αυτού
είναι σε θέση να προσδώσει μια ξεχωριστή ταυτότητα και αξία στην
περιοχή. Το μοντέλο αυτό, ενισχύεται θεσμικά τόσο από την θεσμοθέτηση
του Οικολογικού Πάρκου Πάρνωνα (Ν.1650/86) όσο και από την εκπόνηση
του Ε.Π.Μ για τον Ταΰγετο και το Δέλτα του Ευρώτα. (Β' Κ.Π.Σ.- ΕΠΠΕΡ
ΙΙ, Πρόγραμμα LIFE).
Συνεπώς, η βασική φιλοσοφία της αειφορικής ανάπτυξης που διέπει
την Leader Plus με την ανάγκη της διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος
να τοποθετείται σε θέμα ύψιστης προτεραιότητας, ταυτίζεται πλήρως
με την επιλογή της προτεινόμενης περιοχής παρέμβασης, μιας περιοχής
περιβαλλοντικά προστατευόμενης αλλά και συνάμα έντονης αναπτυξιακής
υστέρησης, που χρήζει ενός ήπιου μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής
ανάπτυξης.
|
|