Οδηγός Νέων Επενδύσεων
Δείτε τις επιχειρηματικές ευκαιρίες στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, συζητήστε με επιχειρηματίες και τους φορείς της Περιφέρειας, ανταλλάξτε απόψεις, χρησιμοποιήστε on-line εργαλεία και οδηγούς.
Το πρόγραμμα RIPE
Ερευνητική Μονάδα Urenio, ΑΠΘ
Αριστοτέλειο 
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Επιτροπή Ερευνών. Eυρωπαϊκό 
Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης Γ.Γ. Περιφέρειας Πελοποννήσου
Μελέτη Ελληνικού Δικτύου Εμπορευματικών Κέντρων

Τίτλος

Μελέτη Ελληνικού Δικτύου Εμπορευματικών Κέντρων

Φορέας Ανάθεσης

Γενική Διεύθυνση XVI Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Φορέας Εκτέλεσης

Ελληνικός Επιμελητηριακός Σύνδεσμος Μεταφορών

Μελετητής

Ομάδα Μελετητών

Ημερομηνία Έκδοσης

1/1/1997

Σελίδες

297

 

Συνοπτική παρουσίαση μελέτης

Η μελέτη του ελληνικού δικτύου Εμπορευματικών Κέντρων ανατέθηκε στον Ελληνικό Επιμελητηριακό Σύνδεσμο Μεταφορών από τη Γενική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο κύριος στόχος της μελέτης είναι να προσδιορίσει τον αριθμό Εμπορευματικών Κέντρων και τις γεωγραφικές ζώνες στις οποίες θα ενταχθούν, ώστε να αποτελέσουν ένα δίκτυο που θα ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις της ζήτησης για μεταφορικό έργο και συναφείς υπηρεσίες και θα συμβάλλει στην ανάπτυξη των συνδυασμένων μεταφορών.
Η μελέτη ερευνά τη διαμόρφωση ενός ιεραρχημένου δικτύου, που θα συντίθεται από στοιχεία τριών διαφορετικών κατηγοριών: Εμπορευματικά Κέντρα, Εμπορευματικούς Σταθμούς και Εμπορευματικούς Κόμβους. Η κάθε κατηγορία αναμένεται να διαφέρει ως προς το εύρος των υπηρεσιών που προσφέρει και ως προς τη γεωγραφική εμβέλεια της εξυπηρέτησης. Τα Εμπορευματικά Κέντρα προσανατολίζονται στην προσφορά μεγάλου εύρους υπηρεσιών υψηλής ποιότητας για την εξυπηρέτηση των εμπορευματικών ροών σε διεθνή, εθνική και τοπική κλίμακα. Οι Εμπορευματικοί σταθμοί καλούνται να ικανοποιήσουν ανάγκες που προκύπτουν σε εθνική, διαπεριφερειακή, αλλά και τοπική κλίμακα. Οι Εμπορευματικοί Κόμβοι προσανατολίζονται στην προσφορά των βασικών υπηρεσιών που χρειάζεται η διαχείριση των εμπορευμάτων ενδοπεριφερειακής και κυρίως τοπικής κλίμακας.
Η μελέτη χωρίζεται σε τρία κύρια μέρη. Το πρώτο μέρος επιχειρεί μια σφαιρική παρουσίαση του πεδίου των μεταφορών και επισημαίνει τις σχετικές εξελίξεις στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Επισημαίνονται τόσο οι εξελίξεις στην οργάνωση των μεταφορών και ειδικότερα των συνδυασμένων μεταφορών, όσο και οι διάφορες πολιτικές που αναπτύσσονται σχετικά με αυτό το ζήτημα. Το πρώτο μέρος επικαλείται τη διεθνή εμπειρία για να καταδείξει τη σημασία των Εμπορευματικών Κέντρων στο πλαίσιο των σύγχρονων συστημάτων μεταφορών. Παρουσιάζονται οι αναμενόμενες επιπτώσεις από τη δημιουργία Εμπορευματικών Κέντρων, που αναλύονται ως προς την πολεοδομική και χωροταξική διάσταση, την μακρο-οικονομική διάσταση, αλλά και την μικρο-οικονομική διάσταση στην κλίμακα της επιχείρησης. Βασιζόμενο σε μια εκτενή βιβλιογραφία, το πρώτο μέρος παρουσιάζει ως κύριες κατηγορίες κριτηρίων χωροθέτησης Εμπορευματικών Κέντρων τις εξής:
- Κριτήρια σχετικά με την ευχέρεια πρόσβασης σε έναν τερματικό σταθμό: διερεύνηση των ρόλων των εμπλεκομένων για « φυσική», οικονομική και νομική πρόσβαση.
- Κριτήρια ευχέρειας πρόσβασης στο διευρωπαϊκό δίκτυο.
- Κριτήρια ποιότητας της διοχέτευσης των ροών στο δίκτυο (σταθερότητα, φερεγγυότητα, ταχύτητα κλπ).
- Κριτήρια σχετικά με το ύψος της κίνησης.
- Κριτήρια σχετικά με τον εξοπλισμό και την απόδοση, με βάση δείκτες από τα αποτελέσματα λειτουργίας.
- Κριτήρια σχετικά με την θεώρηση του Εμπορευματικού Κέντρου στο γενικότερο σχεδιασμό.
- Κριτήρια σχετικά με την «Ευρωπαϊκή» διάσταση του Εμπορευματικού Κέντρου.
- Κριτήρια σχετικά με την «εθνική» διάσταση του Εμπορευματικού Κέντρου και τη θέση του στον εθνικό σχεδιασμό.
- Κριτήρια σχετικά με το βαθμό ένταξης του Εμπορευματικού Κέντρου σε περιφερειακή και τοπική κλίμακα.
Η ανάπτυξη της πρώτης φάσης της μελέτης παρείχε τα απαραίτητα στοιχεία για την σύνταξη τριών ερωτηματολογίων, που χρησιμοποιήθηκαν για την έρευνα του δεύτερου μέρους της μελέτης. Ο πρώτος τύπος ερωτηματολογίου απευθύνεται στα Ελληνικά Επιμελητήρια. Ο στόχος αυτού του ερωτηματολογίου είναι η διάγνωση της υφιστάμενης κατάστασης στην Ελλάδα όσον αφορά την ύπαρξη υποδομών και υπηρεσιών σχετικών με τις εμπορευματικές μεταφορές. Επίσης, τα Επαγγελματικά Επιμελητήρια, ως φορέας εκπροσώπησης των φορέων οικονομικών δραστηριοτήτων αλλά και ως εν δυνάμει συντονιστικός φορέας της δημιουργίας Εμπορευματικών Κέντρων, κλήθηκαν να προσδιορίσουν τις ανάγκες των επιχειρήσεων για υπηρεσίες σχετικές με μεταφορές σε κάθε περιοχή, καθώς και τα προβλεπόμενα έργα προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο δεύτερος τύπος ερωτηματολογίου απευθύνεται σε αγροτικές, βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις, που εκφράζουν τη ζήτηση για μεταφορικό έργο. Το ερωτηματολόγιο στοχεύει στην εξαγωγή στοιχείων σχετικά με τον τρόπο οργάνωσης των μεταφορών των προϊόντων από τις επιχειρήσεις, ώστε να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά της ζήτησης. Έμφαση δίνεται τόσο σε οργανωτικά θέματα της φυσικής μεταφοράς όσο και στη χωρική διάσταση της μεταφοράς.
Ο τρίτος τύπος ερωτηματολογίου απευθύνεται στις επιχειρήσεις μεταφορών, διαμεταφορέων και σε άλλες συναφείς επιχειρήσεις. Ο τύπος αυτός στοχεύει στα χαρακτηριστικά της προσφοράς υπηρεσιών σχετικών με μεταφορικό έργο. Τα αποτελέσματα της επεξεργασίας αυτού του ερωτηματολογίου επιτρέπουν τον προσδιορισμό των, κυρίαρχων τάσεων της αγοράς των μεταφορών στην Ελλάδα.
Το δεύτερο μέρος της μελέτης επιχειρεί την κυρίως ανάλυση των μεταφορών στον Ελλαδικό χώρο. Η ανάλυση πραγματοποιείται ποσοτικά και ποιοτικά. Η ποσοτική ανάλυση βασίζεται στα στοιχεία των εμπορευματικών ροών, με κριτήριο τις προελεύσεις και προορισμούς των εμπορευμάτων. Η ποιοτική ανάλυση βασίζεται στην επεξεργασία των στοιχείων του στατιστικού δείγματος των ερωτηματολογίων.
Η ποσοτική ανάλυση συμπεριλαμβάνει την οδική, σιδηροδρομική και θαλάσσια κίνηση. Τα στοιχεία της κίνησης για κάθε μέσο μεταφοράς ελήφθησαν από τους αρμόδιους για κάθε περίπτωση φορείς. Αναφέρεται στο επίπεδο των νομών της ελληνικής επικράτειας και αποδίδει τη σημασία του κάθε νομού με βάση την εμπορευματική του κίνηση, αφού βάσει των στοιχείων προέλευσης προορισμού υπολογίζεται αθροιστικά η εμπορευματική κίνηση για κάθε νομό. Την ίδια γεωγραφική αναφορά (οι νομοί της ελληνικής επικράτειας) ακολουθεί και η ποιοτική ανάλυση. Τα αποτελέσματα της επεξεργασίας των ερωτηματολογίων προσδιορίζουν κυρίως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ζήτησης για μεταφορικό έργο σε κάθε νομό και ανά είδος εμπορεύματος. Ειδικότερα, για κάθε νομό παρουσιάζονται οι ιδιαίτερες ανάγκες των επιχειρήσεων σε σχέση με τα μέσα μεταφοράς, τη χρήση ίδιων μέσων ή μη, τη μοναδοποίηση φορτίων και τις σχετικές υπηρεσίες, τις συναφείς με την αποθήκευση και τη μεταποίηση υπηρεσίες, καθώς και το εύρος και τις ιδιαίτερες απαιτούμενες
τεχνικές τους. Επίσης, αναλύονται τα κριτήρια επιλογής τόπου εγκατάστασης των αποθηκευτικών χώρων των επιχειρήσεων.
Τα αποτελέσματα της ποιοτικής ανάλυσης παρουσιάζονται και σε μια ευρύτερη κλίμακα 9 γεωγραφικών ζωνών, της τάξης μεγέθους της «περιφέρειας». Οι γεωγραφικές ζώνες που παρουσιάζει η μελέτη δεν αντιστοιχούν σε όρια διοικητικών περιφερειών του ελληνικού κράτους. Προέκυψαν, μετά από μια πρόσθετη επεξεργασία των στοιχείων, με κριτήριο το βαθμό ομοιογένειας των ποιοτικών χαρακτηριστικών της ζήτησης για μεταφορές, σε ευρύτερες του νομού γεωγραφικές ζώνες. Για κάθε γεωγραφική ζώνη, το δεύτερο μέρος της μελέτης προβαίνει σε ερμηνεία των χαρακτηριστικών οργάνωσης των μεταφορών, με κριτήρια τα φυσικά χαρακτηριστικά των εμπορευματικών κατηγοριών, τη γεωγραφική κατανομή των αποστολών και διάφορες επιλογές οργάνωσης της παραγωγής.
Τα αποτελέσματα της ποσοτικής και ποιοτικής ανάλυσης αποτελούν τα βασικά στοιχεία / κριτήρια,
στα οποία βασίζεται η πρόταση για τη διαμόρφωση του ελληνικού δικτύου Εμπορευματικών Κέντρων, που αποτελεί το τρίτο μέρος της μελέτης. Η μέθοδος προσδιορισμού του δικτύου και της
γεωγραφικής θέσης των Εμπορευματικών Κέντρων χρησιμοποιεί μια πολυκριτηριακή ανάλυση μέσα από μια διαδικασία τεσσάρων βημάτων.
Το πρώτο βήμα προσδιορίζει σε επίπεδο νομού τις περιοχές που εκφράζουν υψηλή ζήτηση για μεταφορικό έργο με βάση τα ποσοτικά στοιχεία της εμπορευματικής κίνησης και τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στο εθνικό οδικό, σιδηροδρομικό και θαλάσσιο δίκτυο. Οι υποψήφιες περιοχές να υποδεχθούν Εμπορευματικό Κέντρο, Σταθμό ή Κόμβο προκύπτουν από τη βαθμολόγηση όλων των περιοχών σε μια τεχνητή κλίμακα, με βάση τα παραπάνω κριτήρια, και την κατηγοριοποίησή τους με βάση μέγιστες, ελάχιστες και μέσες τιμές.
Το δεύτερο βήμα προσδιορίζει τις περιοχές που εκφράζουν υψηλή ζήτηση για μεταφορικό έργο με βάση τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ζήτησης, που εκφράζουν τις κύριες τάσεις ανάπτυξης των επιχειρήσεων. Συνεκτιμώντας τα κριτήρια χωροθέτησης εγκαταστάσεων σχετικών με μεταφορές και το βαθμό ζήτησης για εγκατάσταση σε κάθε περιοχή, προκύπτει η κατηγοριοποίηση των ελληνικών νομών σε σχέση με το «βαθμό έντασης της ζήτησης». Παράλληλα, επειδή οι διάφορες σχετικές με μεταφορές υπηρεσίες δεν έχουν την ίδια σημασία στο πλαίσιο ενός μεταφορικού συστήματος, πραγματοποιείται μια κατηγοριοποίηση των υπηρεσιών με βάση το σύνολο του στατιστικού δείγματος Από τον πολλαπλασιασμό του βαθμού σπουδαιότητας της κάθε υπηρεσίας με το βαθμό έντασης της ζήτησης γι 'αυτή σε κάθε περιοχή προκύπτει η κατηγοριοποίηση των ελληνικών νομών στο πλαίσιο μιας νέας τεχνητής κλίμακας. Από αυτή την κατηγοριοποίηση προκύπτουν οι υποψήφιες περιοχές να υποδεχθούν Εμπορευματικό Κέντρο, με κριτήριο τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ζήτησης.
Το τρίτο βήμα θεωρεί τις περιοχές της ελληνικής επικράτειας σε σχέση με τις διεθνείς ροές στους μεγάλους διαδρόμους (corridors) του διεθνούς συστήματος μεταφορών, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη κατάλληλων συγκοινωνιακών υποδομών, που ήδη έχουν ληφθεί ως κριτήριο κατά το πρώτο βήμα. Σε αυτό το βήμα, προτείνονται ορισμένοι νομοί ως υποψήφιοι να υποδεχθούν Εμπορευματικό Κέντρο με κριτήριο τη δυνατότητα να προσελκύσουν μέρος της διερχόμενης κίνησης για παροχή υπηρεσιών τέτοιων, που θα συνέβαλαν στη βελτιστοποίηση των συστημάτων των διεθνών μεταφορών.
Το τέταρτο βήμα αθροίζει τα αποτελέσματα των προηγούμενων βημάτων και καταλήγει στην πρόταση για το δίκτυο. Αναιρώντας ορισμένα Εμπορευματικά Κέντρα με κριτήριο ορισμένες ελάχιστες αποστάσεις που θα πρέπει να απέχουν μεταξύ τους, προκύπτει η τελική μορφή του ανώτερου ιεραρχικού στρώματος του δικτύου. Με κριτήριο την απόσταση από άλλα Εμπορευματικά Κέντρα ή Σταθμούς αναπροσαρμόζεται επίσης η διάταξη των Εμπορευματικών Σταθμών και ακολούθως των Εμπορευματικών Κόμβων, που είχε διαμορφωθεί βάσει των ποσοτικών κριτηρίων και ειδικότερα του μεταφορικού έργου. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής επιτρέπει τον προσδιορισμό της τελικής μορφής του δικτύου συνολικά.
Η σύνθεση του προτεινόμενου δικτύου Εμπορευματικών Κέντρων είναι η ακόλουθη.
Εμπορευματικά Κέντρα, σε 10 περιοχές
Αττική, Θεσσαλονίκη, Αχαΐα, Λάρισα, Θεσπρωτία, Κοζάνη, Κιλκίς, Έβρος, Ηράκλειο, Χίος.
Εμπορευματικοί Σταθμοί, σε 14 περιοχές
Βοιωτία, Φθιώτιδα, Εύβοια, Αιτωλοακαρνανία, Μαγνησία, Ιωάννινα, Πιερία, Ημαθία, Καβάλα, Ξάνθη, Κορινθία, Αρκαδία, Μεσσηνία, Χανιά.
Εμπορευματικοί Κόμβοι, σε 13 περιοχές
Καρδίτσα, Τρίκαλα, Πρέβεζα, Φλώρινα, Πέλλα, Χαλκιδική, Σέρρες, Δράμα, Αργολίδα, Ηλεία, Λακωνία, Ρέθυμνο, Λασίθι.
Στη συνέχεια του τρίτου μέρους της μελέτης, διαμορφώνεται το πλαίσιο ανάλυσης των επιπτώσεων από τη δημιουργία Εμπορευματικών Κέντρων, σε επίπεδο μεμονωμένων Εμπορευματικών Κέντρων και σε επίπεδο δικτύου. Πιο συγκεκριμένα, παρουσιάζονται οι βασικές παράμετροι της χρηματικής ανάλυσης και των κοινωνικό-οικονομικών επιπτώσεων από τη δημιουργία Εμπορευματικών Κέντρων, καθώς και οι μέθοδοι αξιολόγησης των επενδύσεων για τη δημιουργία Εμπορευματικών Κέντρων. Το τρίτο μέρος συμπληρώνεται με συγκεκριμένα ενδεικτικά συμπεράσματα όσον αφορά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη δημιουργία του δικτύου Εμπορευματικών Κέντρων. Οι ειδικές αυτές προσεγγίσεις αφορούν θέματα όπως η ενέργεια, η μόλυνση και η όχληση.


Τέλος, η μελέτη θίγει ορισμένα ζητήματα νομικής εφικτότητας της δημιουργίας Εμπορευματικών Κέντρων. Αναλύεται το σχετικό θεσμικό και νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, προσδιορίζεται η κατάλληλη διαδικασία για τη δημιουργία Εμπορευματικών Κέντρων. Επίσης, προσδιορίζεται το κατάλληλο νομικό καθεστώς που μπορεί να διέπει τους φορείς που εμπλέκονται στη δημιουργία Εμπορευματικών Κέντρων, τους εν δυνάμει χρήστες και το συνολικό πλαίσιο συναλλαγών.


Η μελέτη εκπονήθηκε σύμφωνα με τους στόχους, που είχαν τεθεί στην τεχνική περιγραφή. Κατά συνέπεια, προσδιόρισε το βέλτιστο δίκτυο Εμπορευματικών Κέντρων στην Ελλάδα, οριοθετώντας το γεωγραφικά για τρεις τύπους εμπορευματικών κέντρων, βάσει του υπάρχοντος μεταφορικού έργου, της «λανθάνουσας» ζήτησης και των διεθνών εμπορευματικών ροών (στόχος 1).


Η διαδικασία προσδιορισμού του δικτύου Εμπορευματικών Κέντρων επέτρεψε και την ανάπτυξη ορισμένων επί μέρους θεωρήσεων, που σχετίζονται με την ανάπτυξη των εμπορευματικών μεταφορών στον ελληνικό χώρο. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στις προοπτικές ανάπτυξης των συνδυασμένων μεταφορών. Καταδείχτηκε ότι η δημιουργία του δικτύου Εμπορευματικών Κέντρων, με χωροθετήσεις που λαμβάνουν υπόψη την πρόσβαση στα διάφορα μέσα μεταφοράς και στις εστίες σημαντικής ζήτησης, αναμένεται να προσδώσει σημαντική δυναμική στην ανάπτυξη των συνδυασμένων μεταφορών. Επίσης, η έρευνα προσέγγισε το θέμα της δημιουργίας Ελευθέρων Ζωνών και έδειξε τη συμβατότητά τους με την ανάπτυξη των Εμπορευματικών Κέντρων, ιδιαίτερα εκείνων που χωροθετούνται σε θαλάσσια λιμάνια, αεροδρόμια ή παραμεθόριες περιοχές (στόχος 2).
Η μελέτη προσδιορίζει το μεθοδολογικό πλαίσιο για την οικονομική βιωσιμότητα του δικτύου (στόχος 3).Η διαδικασία αυτή προτείνεται να αναλυθεί σε δύο στάδια: τα αποτελέσματα της οικονομικής αξιολόγησης του κάθε μεμονωμένου Εμπορευματικού Κέντρου, που απαιτούνται στο πρώτο στάδιο, θα θεωρηθούν υπό το πρίσμα της λειτουργίας δικτύου σε δεύτερο στάδιο, από όπου θα προκύψουν οι τελικές βελτιστοποιήσεις της μορφής του δικτύου.
Η μελέτη, λαμβάνοντας υπόψη τη διεθνή εμπειρία, προέβη σε μια πρωτότυπη ανάλυση της ελληνικής αγοράς των μεταφορών. Η μελέτη αξιολόγησε την ελληνική πραγματικότητα, αναλύοντας τις τάσεις ανάπτυξης των παραγωγικών επιχειρήσεων. Αυτή η προσέγγιση αποτελεί μια καινοτομία στον ερευνητικό χώρο. Η θεώρηση των Εμπορευματικών Κέντρων υπό το πρίσμα του δικτύου και όχι κάθε μεμονωμένου στοιχείου, που ολοκληρώνει τη μελέτη, αποτελεί μια δεύτερη σημαντική καινοτομία. Η εισαγωγή των χρηστών, καθώς και των φορέων ιδιοκτησίας/ διαχείρισης των Εμπορευματικών Κέντρων από τη μελέτη εκπληρώνει επίσης έναν αντίστοιχο στόχο (στόχος 4).
Επίσης, μέσα από τη διαδικασία ανάλυσης των εμπορευματικών ροών και των κριτηρίων χωροθέτησης των μεταφορικών δραστηριοτήτων, προέκυψε ανάγλυφα η κατάσταση των προσβάσεων στα δίκτυα των διαφόρων μέσων μεταφοράς στον ελληνικό χώρο και επισημάνθηκαν οι σχετικές αδυναμίες (στόχος 5).
Η καλύτερη οργάνωση και ο επικείμενος εξορθολογισμός της διαχείρισης των ροών, που καταδείχθηκε ότι θα επιφέρει η λειτουργία των Εμπορευματικών Κέντρων, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια γενικότερη ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στις ενδιαφερόμενες περιοχές. Ομοίως, προκύπτει ένας μεγάλος αριθμός από ωφέλειες συνολικά στην εθνική οικονομία, που οφείλεται σε διάφορες παραμέτρους (στόχοι 6,7).
Ο εξορθολογισμός των συστημάτων μεταφορών, που αναμένεται να επιφέρει η λειτουργία των Εμπορευματικών Κέντρων, αναμένεται να έχει και ιδιαίτερα θετικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Η περιβαλλοντική διάσταση της μελέτης κατέδειξε τις κύριες αυτές επιπτώσεις, που προκύπτουν από τη μείωση των άσκοπων διαδρομών και τον εξορθολογισμένο χωροταξικό σχεδιασμό (στόχος 8). Η μελέτη ολοκληρώνεται παρουσιάζοντας και τη νομική, θεσμική και διοικητική δομή των Διεθνών Εμπορευματικών Κέντρων του δικτύου.


Συμπερασματικά, η μελέτη παρουσίασε την εφικτότητα δημιουργίας ενός δικτύου Εμπορευματικών Κέντρων στην Ελλάδα. Καταδείχθηκαν η αναγκαιότητα και η σημασία της εφαρμογής της πρότασης για τη δημιουργία του δικτύου, προσδιορίσθηκε η βέλτιστη γεωγραφική του ανάπτυξη και εκτιμήθηκαν οι αναμενόμενες θετικές επιπτώσεις από διάφορες επιστημονικές οπτικές γωνίες ανάλυσης.

Τέλος, η μελέτη παρουσίασε και τις γενικές κατευθύνσεις των μελλοντικών απαραίτητων ενεργειών για την εφαρμογή της πρότασης.




 


| αρχική σελίδα | περιεχόμενα (site map) | επικοινωνία | e-mail |

σχεδιασμός & ανάπτυξη CITE 2003