|
Προσφορά
Τεχνολογίας, Έρευνα και Ανάπτυξη
Στρατηγική Καινοτομίας
Περιφέρειας Πελοποννήσου
RIPE Πελοποννήσου
ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ, ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Η διάγνωση της υπάρχουσας
κατάσταση ως προς την προσφορά έρευνας και τεχνολογίας αποτελεί
βασική προϋπόθεση για τη διαμόρφωση της περιφερειακής στρατηγικής
καινοτομίας και την ενίσχυση της ενδοπεριφερειακής προσφοράς τεχνολογίας.
Κεντρικός άξονας της σχετικής εμπειρικής έρευνας ήταν η καταγραφή
των δημόσιων και ιδιωτικών ερευνητικών φορέων της Πελοποννήσου και
ειδικότερα η ανάλυση της υποδομής των ερευνητικών μονάδων, της ερευνητικής
δραστηριότητας και της δυνατότητας προσφοράς υπηρεσιών έρευνας και
τεχνολογικής ανάπτυξης μέσα από την ανάπτυξη σχέσεων με τις επιχειρήσεις.
Βασικό συμπέρασμα της εμπειρικής έρευνας αποτελεί η διαπίστωση της
ανάγκης του παραγωγικού συστήματος για χρήση και ενσωμάτωση νέων
τεχνολογιών στη προσπάθειά του να αντεπεξέλθει στον ανταγωνισμό.
Η ανάγκη αυτή εκτείνεται σε όλο το φάσμα των παραγωγικών δραστηριοτήτων
και αφορά τόσο στην αναβάθμιση του αγροτικού προϊόντος όσο και στον
εκσυγχρονισμό της λειτουργίας των ΜΜΕ στους τομείς της μεταποίησης
και των υπηρεσιών. Η κάλυψη αυτής της ανάγκης από ενδογενές δυναμικό,
π.χ. με την παροχή τεχνολογικής στήριξης από τοπικά ινστιτούτα και
πανεπιστημιακά εργαστήρια έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, διαδραματίζει
ένα όλο και μεγαλύτερο ρόλο στην τεχνολογική και καινοτομική ικανότητα
των επιχειρήσεων.
Στο γενικό αυτό πλαίσιο επιχειρήθηκε η διερεύνηση της προσφοράς
τεχνολογίας από φορείς που έχουν έδρα στη Πελοπόννησο. Η ανάλυση
της προσφοράς τεχνολογίας από τις ερευνητικές μονάδες που εντοπίζονται
αναφέρθηκε σε ζητήματα όπως είναι:
α) οι
ερευνητικές δραστηριότητες και η προσφορά τεχνολογικών υπηρεσιών,
β) το
απασχολούμενο ανθρώπινο δυναμικό και η επάρκεια του εξοπλισμού,
γ) οι
συνεργασίες ανάμεσα σε ερευνητικούς φορείς και επιχειρήσεις, και
τα προβλήματα και οι αδυναμίες ανάπτυξης συνεργασιών και
δ) οι
συνεργασίες που αναπτύσσουν οι ερευνητικοί φορείς μεταξύ τους με
στόχο την επιτάχυνση της αποτελεσματικότητας τους.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι φορείς της περιφέρειας με ερευνητικό
προσανατολισμό περιορίζονται στις 13 μονάδες. Σε αυτές περιλαμβάνονται
και τα τμήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που όμως λόγω της πρόσφατης
(2002) ίδρυσης τους δεν φαίνεται να πρωτοστατούν σε ενέργειες παραγωγής
και μεταφοράς τεχνολογίας. Οι υπόλοιποι φορείς περιλαμβάνουν τα
Ινστιτούτα του ΕΘ.Ι.Α.ΓΕ, το Ι.Γ.Μ.Ε και το Ινστιτούτο NESTOR. Από
αυτές το NESTOR με σημαντικό ερευνητικό έργο παγκόσμιου επιπέδου,
δεν έχει άμεση σχέση με το τοπικό παραγωγικό σύστημα. Τα υπόλοιπα
ινστιτούτα με σαφή προσανατολισμό τις επιστήμες της γης φαίνεται
πως έχουν αναπτύξει σημαντική δράση υποστηρίζοντας τις τοπικές επιχειρήσεις
του πρωτογενούς τομέα καθώς και τις δραστηριότητες φορέων της διοίκησης
και αυτοδιοίκησης.
Τα βασικά σημεία που εντόπισε η ανάλυση στο δείγμα των ερευνητικών
μονάδων είναι τα ακόλουθα:
Η υποδομή σε ανθρώπινο δυναμικό, κτιριακές εγκαταστάσεις και εργαστηριακό
εξοπλισμό βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο. Εξασφαλίζεται έτσι
ένας σημαντικός παράγοντας υποστήριξης των ερευνητικών δραστηριοτήτων.
Η διερεύνηση της διεξαγωγής ερευνητικών προγραμμάτων, που αποτελεί
και ένδειξη του προσανατολισμού των ερευνητικών μονάδων στην εφαρμοσμένη
έρευνα, έδειξε ότι ένα σημαντικό ποσοστό των ερευνητικών μονάδων
αναπτύσσουν ερευνητική δραστηριότητα με βασικούς τομείς δραστηριοποίησης
τις νέες τεχνολογίες (πληροφορική ? επικοινωνίες), την φυτική παραγωγή
και τις γεωεπιστήμες. Σημαντικές πηγές χρηματοδότησης των ερευνητικών
προγραμμάτων, αποτέλεσαν οι φορείς του ελληνικού δημοσίου και η
Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ενώ και ο ιδιωτικός τομέας παρουσιάζει συμμετοχή.
Πέρα από την ερευνητική δραστηριότητα, το σύνολο των ερευνητικών
μονάδων έχει προσφέρει τεχνολογικές υπηρεσίες σε αγροτικές κυρίως
επιχειρήσεις και σε οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αναφορικά
με την ανάπτυξη προϊόντος, διαδικασιών παραγωγής, μεταφοράς γνώσης
και συμβουλευτικών υπηρεσιών για το περιβάλλον και την ανάπτυξη.
Αν και η δραστηριοποίηση των ερευνητικών φορέων στην προσφορά υπηρεσιών
εμφανίζεται ικανοποιητική, ο βαθμός εμπλοκής τους στην διαμόρφωση
νέων τεχνολογικών πυρήνων υπήρξε μικρή ίσως γιατί η φύση της εμπλοκής
είχε περισσότερο το χαρακτήρα της απλής διεκπεραίωσης κάποιου έργου.
Παρότι η μέχρι σήμερα δραστηριοποίηση των ερευνητικών μονάδων είχε
ένα περιορισμένο προσανατολισμό στον πρωτογενή τομέα και την διοίκηση,
οι δυνατότητες για επέκταση των υπηρεσιών και προς την βιομηχανία
δηλώθηκαν με σαφήνεια κυρίως στον τομέα της μεταποίησης των αγροτικών
προϊόντων (τεχνολογία τροφίμων) στη διαδικασία βελτίωσης της ανταγωνιστικότητάς
τους.
Τέλος παρότι οι περισσότερες ερευνητικές μονάδες δήλωσαν διάθεση
εξωστρέφειας προβαίνοντας σε ενέργειες προβολής και αυτοβελτίωσης,
ένα σημαντικό ποσοστό δήλωσε πως αντιμετωπίζει προβλήματα στην ανάπτυξη
σχέσεων με τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς είτε διότι διαβλέπουν
έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά των επιχειρήσεων είτε διότι
το πρότυπο που λειτουργούν είναι δυσκίνητο και γραφειοκρατικό.
|